Η αγαπώ μου φώναξε εσύ σαι που με τρέλανες,
για να πάω να την εύρω και τη στράτα δεν ηξεύρω.
Και πιάνω το στρατί – στρατί, γιατί σε γάπου πουλί μου από μικρή,
βρε στρατί το μονοπάτι, βάσανα που τα χει η αγάπη.
Το μονοπάτι μ’ ήβγαλε εσύ σαι που με τρέλανες,
βρε στης αγαπώ τη πόρτα περκαντί μου παίξε βόρτα.
Βρίσκω τις πόρτες σφαλιχτές, μαργιόλες πουν’ οι κοπελιές,
βρε, και τα κλειδιά παρμένα, κλαίτε μάτια μου καημένα.
Και τα παραθυράκια της μαύρα ‘ταν τα ματάκια της,
βρε σφιχτομανταλωμένα, κλαιν τα μάτια μου για σένα.
Και τις γειτόνισσες ρωτώ, που ‘ναι η κόρη π’ αγαπώ.
– Βρε μέσα ‘ναι και κοιμάται, και για σένα συλλοάται.
– Κόρη α κοιμάσαι ξύπνησε και μετά μένα μίλησε,
για κι α κάεσαι σηκώσου, κάμε μ’ αγαπητικό σου.
Κι αν είσαι με τη μάνα σου, πάρε και μέν’ αντάμα σου,
για με τον αερφό σου, κάμε μ΄ ευλογητικό σου.